« μερικές διαφορετικές συμβουλές ομορφιάς... | ο άνθρωπος και ο χρόνος... »


επιλεγμένοι στίχοι ποιητών βραβευμένων με NOBEL

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

ΠΟΙΗΤΩΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΩΝ ΜΕ NOBEL

 

 

Είτε βραδιάζει

είτε φέγγει

μένει λευκό

το γιασεμί.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971), «Το γιασεμί»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963

 

 

 

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971), «Τελευταίος σταθμός»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963

 

 

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν

Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες

Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι

Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996), «Ήλιος ο πρώτος»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979

 

 

Α μονάχα να 'ξερα

μιαν ελευθερία πραγματική

που να μπορώ να υμνώ χωρίς

να φαίνομαι αφελής ή φαρισαίος.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996), «Ο κήπος βλέπει»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979

 

 

 

Ποιες ρίζες απλώνουνται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυ-

ναμώνουν

Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου

Να πεις ή να μαντέψεις δεν μπορείς, γιατί γνωρί-

ζεις μόνο

Μια στίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος.

 

Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ (1888-1965), Η Έρημη Χώρα, Μτφ. Γιώργος Σεφέρης

NOBEL 1948

 

 

 

Κι εσείς οι αγέννητοι, όταν θα 'ρθει η δάδα

στα χέρια σας μετά από τα δικά μας,

κι εσείς, κι εσείς πλήθη φωτολουσμένα

θ' αφανιστείτε.

 

ΤΖΙΟΖΟΥΕ ΚΑΡΝΤΟΥΤΣΙ (1835-1907), «Στο Μόντε Μάριο», Μτφ. Νίκη Λαβδιώτη

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1906

 

 

 

Ω άστρο σπλαχνικό που φάνηκες

πολύ νωρίς για βράδι, πολύ αργά

για πρωί, με το φως σου το απαλό

βάλε μια τάξη στο σκοτάδι.

 

ΝΤΕΡΕΚ ΓΟΥΟΛΚΟΤ (1930-   ), «Το άστρο», Μτφ. Νίκη Λαβδιώτη

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1992

 

 

 

Καθένας στέκει μόνος στην καρδιά της γης

τρυπημένος από μιαν ηλιαχτίδα.

Κι αμέσως βραδιάζει.

 

ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ (1901-1968), «Κι αμέσως βραδιάζει», Μτφ. Πάτροκλος Γιατράς

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1959

 

 

 

 

Λέτε φριχτό να μ' έχουν πάρει από πίσω

η λύσσα κι η λαγνεία στα γεράματα·

δεν μ' έτρωγαν στα νιάτα τέτοια πράματα.

Όμως τι άλλο με κεντά να τραγουδήσω;

 

Γ. ΜΠ. ΓΕΗΤΣ (1865-1939), «Το κέντρισμα», Μτφ. Διονύσης Καψάλης

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1923

 

 

 

Ω! κι όσα πάλι μείνανε με βλέμμα σκοτεινό,

η τόση τους δε χάθηκε Θεέ μου φεγγοβολιά!

Κάπου εκεί παν και τριγυρνούν, στη γη, στον ουρανό,

γύρω προς την αόρατη του απείρου αγκαλιά.

 

ΡΕΝΕ ΣΥΛΛΥ-ΠΡΥΝΤΟΜ (1839-1908), «Τα μάτια», Μτφ. Νίκος Στρατάκης

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1901

 

 

 

Τις χιλιάδες τα μάτια της πάνωθέ μου,

ρίχνει η μαύρη νύχτα, που μ' έχει βάλει

στόχο της. Το ποτήρι αυτό, Θεέ μου,

πάρε μακριά μου, αν λύση υπάρχει κι άλλη.

 

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (1890-1970), «Άμλετ», Μτφ. Άρης Δικταίος

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1958

 

 

 

 

************************************************************************************************

 

 

 

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι

όταν χαμηλώνουν τ' άστρα και συγγενεύουν με το κορμί

μου

όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων.

 

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού

θα με παρασύρουν;

Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαν-

τλήσει;

Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και

στο γεράκι

δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,

βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των

πεθαμένων

κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλ-

μάτων.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971), «Ανδρομέδα», Μυθιστόρημα, κ΄

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963

 

 

 

 

 

 

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη

μου επέστρεψε στον ήλιο.

 

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της

πέτρας και του αιθέρος,

 

Λοιπόν, αυτός που γύρευα,  είμαι.

 

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

 

Χειμώνα ελάχιστε,

 

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

 

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι

κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996), «Λακωνικόν»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979

 

 

 

Γύρω απ' το συντριβάνι της που τρέχει

με τη φωνή ανθρώπου που πονεί

είναι λουλούδια που κανείς δεν έχει

ξαναδεί. Με μυρωδιά σιχαμερή

και πέταλα που στάζουν φαρμάκι.

Φυτρώνουν απ' τα μέλη των νεκρών.

Ποτέ να μην ξανάρθουμε εδώ.

 

Πάνθηρες λιάζονται στη βρύση.

Το δάσος σκοτεινιάζει πιο πέρα.

Στις σκάλες του κήπου στριφογυρίζει

ο πύθωνας. Παγόνια περπατούν

αργά κι επίσημα. Και μας κοιτούν

με μάτια ανθρώπων που είχαμε γνωρίσει.

 

Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ (1888-1965), «Το παλάτι της Κίρκης», Μτφ. Πάτροκλος Γιατράς

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1948

 

 

 

[...] Δεν θυμάσαι· άλλες μέρες κρατάνε

τη θύμησή σου· μια κλωστή όλο και μακραίνει.

Κρατώ ακόμη μιαν άκρη της. Όμως το σπίτι

φεύγει μακριά και στη στέγη καπνισμένη

η ανεμοδούρα αλύπητα στριφογυρνά.

Κρατώ μιαν άκρη της· μα εσύ μένεις μονάχη

δίχως ανάσα εδώ στα σκοτεινά.

 

Α, ο μακρινός ορίζοντας, εκεί που ανάβει

καμιά φορά το φως κάποιας φρεγάτας!

Το πέρασμα είναι εδώ; Χτυπάει ακόμα

πάνω στα βράχια το νερό και σπάει.

Συ δεν θυμάσαι της βραδιάς μου αυτής το σπίτι

κι εγώ δεν ξέρω ούτε ποιος μένει ούτε ποιος πάει.

 

ΕΟΥΤΖΕΝΙΟ ΜΟΝΤΑΛΕ (1896-1981), «Το σπίτι των τελώνηδων», Μτφ. Ανδρέας Ανανιάδης

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1975

 

 

 

Κάποτε νοιώθω

καθώς το ρόδο

που θάμαι μια μέρα, καθώς το φτερό

που θάμαι μια μέρα.

 

Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,

δικό μου κι ενός ρόδου·

και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου

δική μου κι ενός πουλιού.

 

Τραγούδα, τραγούδα, φωνή μου!

γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα

που δεν το είπες εσύ

δεν είπες τίποτα!

 

ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ (1881-1958), «Ποίηση», Μτφ. Τάκης Βαρβιτσιώτης

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1956

 

 

Κύριε, την άθλια μου γνωρίζεις μοίρα!

Κοίταξε τι σου φέρνω από δω κάτου,

Σου φέρνω από της γης τ' άνθη τα στείρα,

Κ' ήλιο σου φέρνω σε στιγμή θανάτου.

 

Την τόση κούρασή μου κοίτα επίσης,

Τη μαύρη αυγή, το σβησμένο φεγγάρι,

Έλα τη μοναξιά μου να γεμίσεις

Με τη δική σου δόξα και τη χάρη.

 

Κάμε ν' ανοίξει ο δρόμος σου μπροστά μου,

Φώτισε, Κύριε, την ψυχή που σιγολυώνει,

Γιατί έχω τόση θλίψη, που η χαρά μου

Μοιάζει σαν χλόη που σκέπασε το χιόνι.

 

ΜΩΡΙΣ ΜΑΙΤΕΡΛΙΝΚ (1862-1949), «Δέηση», Μτφ. Μηνάς Δημάκης

Νόμπελ Λογοτεχνίας 1911

 

nikos74tera

Καλημέρα. ΠΟλύ καλή η συγκέντρωση αυτού του υλικού. Το έχω αποθηκεύσει το άρθρο για χρήση στην τάξη μου.

athi

σ' ευχαριστούμε που τα δημοσίευσες.. είναι πραγματικά χρήσιμα...

avatar

Ωραία τα ποιήματα που βρήκες, αλλά έψαχνα κάτι πιο αισιόδοξο... Κάτι που να μιλάει για τον έρωτα, τη ζωή, την αλήθεια...

avatar

καταπληκτικα...θεωρω αλλα σχολια περιτα...

Το σχόλιο σας

Έχετε λογαριασμό στο Pathfinder;

Δέν επιτρέπεται η χρήση HTML tags για τα σχόλια αυτού του blog